7. γιὰ τὴν συνοδικότητα

Ὑπάρχει μιὰ σταθερὴ στὸν χρόνο πεποίθηση μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, καὶ μάλιστα μεταξὺ τῶν πιὸ τίμιων καὶ καλοπροαίρετων ἀπὸ αὐτούς, ὅτι μιὰ Σύνοδος ἐκφράζει τὴν αὐθεντικὴ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας· ὅτι εἶναι ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ τοῦ ἴδιου σὲ τελικὴ ἀνάλυση. αὐτὴ ἡ πεποίθηση μεταφράζεται στὶς συνειδήσεις τῶν φορέων της μὲ δυὸ συμπληρωματικοὺς τρόπους: (α) ὅτι ἡ Σύνοδος σὰν τέτοια ἐλκύει τὴν χάρη τοῦ Πνεύματος καὶ μιλᾶ φωτισμένη ἀπὸ αὐτήν, καὶ/ἢ (β) ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται νὰ ἐπευλογήση τὴν ἀπόφασή της ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι συνοδικὴ καὶ ὄχι ἰδιωτική. γιὰ τὰ θεολογικὰ καὶ ἁπλῶς λογικὰ προβλήματα τῆς δεύτερης ἄποψης, πιστεύω, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ποῦμε πολλά. ὅμως θέλω νὰ ἐπιμείνουμε λίγο στὴν πρώτη καὶ πιὸ διαδεδομένη ἑρμηνεία τῆς συνοδικότητας.



Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς λέει “οὗ γάρ εἰσιν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσω αὐτῶν.” [Μθ.18:20] δὲν νομίζω ὅτι χρειάζεται ἐδῶ νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ Κύριος δὲν μιλᾶ ἁπλῶς γιὰ μιὰ σύναξη ἀλλὰ γιὰ μιὰ σύναξη στὸ ὄνομά του. αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ποὺ χρειάζεται νὰ τὸ δοῦμε λίγο πιὸ προσεκτικά.

Ἡ ἀναφορὰ τῶν συναγμένων στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ ψιλὴ ἀναφορά, μιὰ τελετουργικὴ πράξη πρωτοκόλλου νομιμοποίησης. κι αὐτὸ ὄχι γιατὶ τὸ λέω ἐγώ, ἢ γιατὶ ἔτσι μᾶς ἐπιβάλλει ἡ φιλοτιμία μας, ἀλλὰ πολὺ ἁπλὰ γιατὶ ὁ ἴδιος ἔχει φροντίσει νὰ μᾶς κάνη καθαρὸ τί ἀκριβῶς εἶναι αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ κι αὐτὸ τὸ ὄνομα (τὸ ὑπὲρ πὰν ὄνομα)· δηλαδὴ οἱ προϋποθέσεις τῆς παρουσίας-συμμετοχῆς του στὴν σύναξή μας: “Ἐάν τις ἀγαπᾶ με τὸν λόγο μου τηρήσει, καὶ ὁ πατὴρ μου ἀγαπήσει αὐτὸν καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιησόμεθα.” [Ιω.14:23] μ’ ἄλλα λόγια, δὲν νοεῖται ἡ παρουσία του στὴν σύναξη——ἄρα δὲν νομιμοποιεῖται ἡ σύναξη νὰ μιλᾶ ὡς ἐκ προσώπου του——ἂν δὲν ἔχει ἤδη ἡ σύναξη κάνει πράξη τὸ θέλημά του. ποιὸ εἶναι αὐτό; τὄχει κατ’ ἐπανάληψη ἀποκαλύψει· νὰ τὸν ἀγαπήσης μὲ ὅλο σου τὸ εἶναι καὶ νὰ δεχτῆς τὸν κάθε ἄλλον ἄνθρωπο σὰν ἀληθινό σου εἶναι. [Μκ.12:30-1] νὰ τὸ πῶ ἀλλιώτικα· ἠ Σύνοδος εἶναι Σύνοδος αὐθεντικὴ τῆς Ἐκκλησίας ὅταν ἤδη τὰ μέλη της συν-οδεύουν, συνοδοιποροῦν, τὴν μοναδικὴ Ὁδό [Ιω.14:6]. ἡ Σύνοδος δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν ἑνότητα· ἔρχεται νὰ φανερώση, νὰ διακηρύξη, τὴν ἤδη ὑπαρκτὴ ἑνότητα στὸ πρόσωπο καὶ στὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ, καὶ αὐτὴν τὴν ἑνότητα νὰ τὴν διερμηνεύση σὰν ἀπάντηση στὴν ἀπορία τοῦ Λαοῦ τοῦ ζευγμένου στὸ σκοτάδι τῆς ἱστορίας καὶ στὴν σκιὰ τοῦ νόμου [Λκ.1:79 & Ἑβρ.10:1].



Κι ἐπειδὴ δὲν ἔχουν τέλος οἱ ἀπόπειρες νὰ ἐκφράσουμε τί ἀληθινὰ εἶναι μιὰ Σύνοδος, θὰ προσπαθήσω συνοπτικὰ νὰ πῶ

τί δὲν εἶναι, ἢ, τί δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ Σύνοδος γιὰ νὰ εἶναι Σύνοδος αὐθεντική (σύμφωνα πάντα μὲ ὅσα παραπάνω διατυπώσαμε μὲ βάση τὰ κυριακὰ λόγια). ἔτσι, λοιπόν, μιὰ Σύνοδος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι

(α) περιστασιακή——συνοδικότητα, ὅπως ἐπικράτησε νὰ ὀνομάζεται ἡ ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἐκφράζεται αὐθεντικὰ μέσω τῶν Συνόδων, δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἐκφράζει μιὰν ἔκτακτη λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα διοικητικὸ ἐργαλεῖο, ἀλλὰ συστατικὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ζωῆς της ποὺ διαπερνᾶ ὅλες τὶς ἐπιμέρους ἐκφάνσεις της σὲ ὅλην τὴν διάρκειά της καὶ πού, σὰν τέτοιο, “προηγεῖται” τοῦ ὅποιου συνοδικοῦ γεγονότος——,

(β) διαλεκτική——σὰν φυσικὸ ἐπακόλουθο τοῦ παραπάνω, ἡ Σύνοδος καὶ οἱ ἀποφάσεις της δὲν μποροῦν νὰ νοηθοῦν σὰν ἕνα κοινοβουλευτικὸ γεγονός, οὔτε ποσοτικὰ οὔτε ποιοτικά, γιατὶ δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν συμφωνία, ἢ ἔστω στὴν σύνθεση, ἐπιμέρους θελήσεων, ἀλλὰ στὴν ὁμολογία τῆς ἔμπρακτης συμφωνίας τῆς ὅλης Ἐκκλησίας μὲ τὴν θέληση-βουλή τοῦ Λόγου τοῦ Πατρός——,

(γ) ἱεραχικὴ καὶ τεχνική——τὸ κριτήριο τῆς αὐθεντικότητας τῶν μελῶν τῆς Συνόδου δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι οὔτε ἡ θέση οὔτε ἡ γνώση, ἀλλὰ ἡ κοινὰ ὁμολογημένη αὐθεντικὴ συνοδία [βλ.Μθ.6:24] μὲ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ αὐθεντικὴ ἐκπροσώπηση τῆς ὅλης συνοδεύουσας Ἑκκλησίας, πέρα καὶ πάνω ἀπὸ ὅποιαν ἐπικαιρικὴ διαμόρφωση δομῶν διοίκησης——,

(δ) νομοθετική——ἡ ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Σαρκωμένου Λόγου [βλ.Ρωμ.1:5,6 & Ιω.14:12] ποὺ εἶναι καὶ ἡ μόνη αὐθεντικὴ πηγὴ αὐθεντικῆς ἑνότητας [Ιω.15:12] δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτραπῆ σὲ νόμο χωρὶς νὰ καταλύση τὴν ἑνότητα [βλ.Γαλ.5], δηλαδὴ, νὰ αὐτοακυρωθῆ——.



Κλείνοντας, θέλω νὰ ἐπισημάνω ὅτι, σύμφωνα μὲ ὅσα εἰπώθηκαν μέχρις ἐδῶ, ἡ εὐθύνη τῆς συνοδικότητας ἀφορᾶ πρῶτα καὶ τελευταῖα τὸν Λαὸ τῆς Ἐκκλησίας, γιατὶ σὲ αὐτὸν ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς τὸ κάλεσμα σὲ ἑνότητα ὑπακοῆς πίστεως καὶ ὄχι σὲ μιὰ κλειστὴ ὁμάδα εἰδικῶν τῆς χάριτος. ἀποτελεῖ πνευματικὴ τεμπελιὰ (=προδοσία) νὰ πέριμένη ὁ Λαὸς τὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμὸ τῆς σύναξης μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ελιτ νὰ τοῦ προσφέρη ἔτοιμο φαγάκι νὰ πορευθῆ στὴν καθημερινή του θρησκευτική ἐπιβίωση. θυμίζω ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ἔκανε γνωστὸ τὸ Πνεῦμα σὰν Παράκλητο [Ιω.14:16-7], σὰν παρηγοριὰ δηλαδὴ καὶ στήριγμα καὶ ὄχι σὰν παιδονόμο. ἐπίσης θυμίζω ὅτι στὸ μοναδικὸ χωρίο τῆς Γραφῆς ὅπου περιγράφεται ὁ χαρακτήρας τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος διαβάζουμε [Ρωμ.1:11-2] ὅτι αὐτὴ συνίσταται στὴν ἀμοιβαία παρηγοριὰ τῶν ἀδελφῶν μέσω τῆς ἐμπειρίας τῆς ἀμοιβαίας τους πίστης. αὐτὴ εἶναι ἡ συνοδικότητα.